† ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ
Τό ὀλέθριο λάθος
|
Με την παραβολή |
![]() |
Τό λάθος πού ἔκανε ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, πού εἴδαμε στό περασμένο σημείωμα δέν εἶναι, δυστυχῶς κάτι τό σπάνιο. Πολλοί ἄνθρωποι, χωρίς νά τό καταλάβουν, παθαίνουν τό ἴδιο. Καί ὅταν τό καταλάβουν, ἄν τό καταλάβουν ποτέ, εἶναι πιά πολύ ἀργά.
Θά ρωτήσετε· «πῶς τήν παθαίνουν ἔτσι πολλοί, χωρίς νά τό πολυκαταλάβουν;» Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ξεγελιοῦνται πολλοί, γιατί συνήθως ἐκεῖνο πού τούς ἀπασχολεῖ δέν εἶναι κάτι κακό. Εἶναι καλό πρᾶγμα, ἀλλ’ ἅμα τό συγκρίνεις μέ τή μεγάλη ἀποστολή, νά ἐργασθῆς γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τότε φαίνεται ποιά εἶναι ἡ πραγματική του ἀξία.
Μιά ἄλλη παραβολή πού εἶπεν ὁ Κύριος τό δείχνει καθαρώτερα. Ἦταν, λέει, κάποτε ἕνας μεγάλος βασιληᾶς.
Τό παλάτι του ἦταν ἀληθινός παράδεισος. Μέσα σ’ ἕνα ἀπέραντο περιβόλι μέ λογιῶν-λογιῶν δέντρα καί ἄνθη, ὑψώνονταν οἱ μαρμάρινοι τοῖχοι του, σάν ἕνας πύργος τῶν παραμυθιῶν. Ἀναρίθμητες ποικιλίες πουλιῶν γλυκοκελαϊδοῦσαν παντοῦ ἀπ’ τά ξημερώματα μέχρι τή δροσερή νύχτα. Βῆμα δέν ἀκουόταν μέσα στούς ἀτέλειωτους διαδρόμους του καί τά ἀναρίθμητα δωμάτια καί σαλόνια του, γιατί κάθε περπάτημα πνιγόταν πάνω στούς βαρύτιμους τάπητες. Τό χρυσάφι καί τό ἀσῆμι θάμπωναν τό μάτι καί ἀπ’ τούς πελώριους πολυελαίους τά κρύσταλλα ἔστελναν διαρκῶς σάν ἀστραπές τούς ποικιλόχρωμους ἰριδισμούς των. Καί οἱ πιό μεγάλοι ἄρχοντες τοῦ βασιλείου τό θεωροῦσαν τιμή τους νά βρεθοῦν μιά φορά στό παλάτι καί πολύ περισσότερο νά πλησιάσουν τόν βασιληᾶ καί νά μιλήσουν γιά λίγο μαζύ του. Ὅταν κάποτε συνέβαινε νά ἔχη κανείς αὐτή τήν τιμή, σέ ὅλη του τήν ζωή κατόπιν εἶχε νά διηγῆται καί νά λέη καί νά ξαναλέη γιά τήν εὐτυχία πού εἶχε νά τόν καλέσουν στό παλάτι.
Ὁ βασιληᾶς αὐτός εἶχε ἕνα μονάκριβο ἀγόρι. Ὅταν αὐτό μεγάλωσε καί ἦρθε ἡ ὥρα νά τό παντρέψη, ὁ βασιληᾶς ἀποφάσισε νά κάμη τή χαρά του ὅσο μποροῦσε μεγαλύτερη. Καί πῶς αὐξάνει ἡ χαρά; Πῶς ἀλλοιῶς, παρά ἄν τήν μοιρασθῆς καί μέ ἄλλους. Γιατί, ὅπως λέει καί ἡ παροιμία, «μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη, μοιρασμένη χαρά, διπλῆ χαρά». Γι’ αὐτό, μή τηρώντας αὐτή τή φορά τούς αὐστηρούς κανονισμούς τοῦ παλατιοῦ, κάλεσε πολλούς. Ὅσο τό δυνατόν πιό πολλούς. Δέν ἔμεινε ἀξιωματοῦχος τοῦ κράτους καί προύχοντας μέσα στήν πολιτεία, πού νά μή πάρη καί πρόσκληση γιά τούς γάμους.
Οἱ ἐτοιμασίες στό παλάτι ἄρχισαν ἀπό βδομάδες ὁλόκληρες. Ἀποθῆκες ὁλόκληρες γέμισαν μέ τά ὑλικά γιά τά φαγητά, τά γλυκίσματα καί μέ τά ποτά πού θά σέρβιραν στούς καλεσμένους. Κοπάδια ὁλόκληρα ἦταν τά καλοδιαλεγμένα ἀρνιά καί μοσχάρια, πού θά ἔψηναν στίς γιορτές καί στά τραπέζια πού θά ἀκολουθούσαν τούς γάμους. Ὅσοι δέν εἶχαν πάρει πρόσκληση, ὁ πολύς καί ἁπλοϊκός κόσμος, καλοτύχιζαν τούς προσκαλεσμένους περιμένοντας μέ ζήλεια τήν ἡμέρα τῶν γάμων, γιά νά παρακολουθήσουν τουλάχιστον ἀπό μακρυά τή σπάνια αὐτή γιά τό βασίλειό τους γιορτή.
Ἡ ἡμέρα ἦλθε. Ὅλα εἶχαν ἐτοιμασθῆ. Οἱ πιό σπουδαῖοι μάγειροι ἀπό νωρίς εἶχαν βάλει ὅλη τήν τέχνη τους, γιά νά ἐτοιμάσουν τά καλύτερά τους φαγητά καί τά ἐκλεκτότερα γλυκίσματα. Οἱ σερβιτόροι ἔτρεχαν ἐδῶ κι’ ἐκεῖ βιαστικά νά ἐτοιμάσουν τά πελώρια καί ἀναρίθμητα τραπέζια. Ὅλοι ἦταν σέ κίνηση. Ὅταν ὅμως ἔφθασε ἡ ὥρα νά ἔλθουν οἱ καλεσμένοι, ὅσο κι’ ἀπίστευτο κι’ ἄν φαίνεται, δέν φάνηκε κανείς. Ὁ βασιληᾶς πῆγε νά σκάση ἀπ’ τή στενοχώρια του, γιά τήν προσβολή πού τοῦ γινόταν καί γιατί τοῦ κατέστρεφαν ἔτσι τή χαρά γιά τό μονάκριβό του παιδί. Δέν ἤθελε καλά-καλά οὔτε τά μάτια του νά πιστέψη. Γι’ αὐτό ἔστειλε δικούς του ἀνθρώπους στά σπίτια μερικῶν νά ἐξακριβώσει τί εἶχε συμβῆ.
Καί τί διαπίστωσαν; Ὁ ἕνας, λέει, εἶχε ἀγοράσει κάποιο σπουδαῖο κτῆμα κι’ ἔπρεπε νά πεταχθῆ νά τό δῆ. Ὁ ἄλλος εἶχε ἀγοράσει πέντε ζευγάρια ἐξαιρετικά βώδια καί ἔπρεπε νά κάμη μερικές δοκιμές, γιά νά ἰδῆ ἄν πραγματικά τά ζῶα αὐτά ἦταν ὅπως τά νόμιζε. Ἕνας ἄλλος πάλι εἶπε, ξέρετε κι’ ἐγώ ἔκαμα τούς γάμους μου καί γι’ αὐτό, λυποῦμαι ἀλλ’ ἐπειδή ἔχω κι’ ἐγώ καλεσμένους στό σπίτι δέν μπορῶ νά ἔλθω! Τέλος ἄλλοι, οἱ πιό ἀδιάντροποι, οὔτε συγγνώμη δέ ζήτησαν. Μερικοί, μάλιστα πῆραν πολύ θάρρος ἀπ’ τήν ἐξαιρετική καλωσύνη πού εἶχε δείξει ὁ βασιληᾶς. Βλέποντας δηλαδή πώς πήγαιναν γυρεύοντας νά τούς πάρουν στό παλάτι, ἄρχισαν νά τό παίρνουν στό ἀστεῖο καί νά κοροϊδεύουν τούς ἀνθρώπους τοῦ βασιληᾶ καί νά τούς πετοῦν καί πέτρες καί ἄλλα πράγματα, ἔτσι πού μερικοί ἀπ’ αὐτούς πληγώθηκαν θανάσιμα.
Ὅταν ὁ βασιληᾶς ἔμαθε ὅλα αὐτά, θύμωσε ἐξαιρετικά, ἔδωκε διαταγές νά ἐπιβληθοῦν οἱ ἀνάλογες τιμωρίες καί ποιούς ἔφερε ὡς προσκεκλημένους; Τούς ἀνθρώπους, πού μή ἐλπίζοντας πώς μπορεῖ ποτέ νά προσκληθοῦν κι’ αὐτοί, μέ κρυφή ζήλεια, μακάριζαν τούς καλεσμένους.
Σᾶς φαίνεται ἀπίστευτη ἡ ἱστορία αὐτή; Εἶναι πραγματικά ἀπίστευτη. Ἀλλ’ ὅμως εἶναι δυστυχῶς ἀληθινή.
Ὁ πατήρ Ἱερώνυμος
* * *
Για να διαβάσετε τις σκέψεις του μακαριστού αρχιεπισκόπου, πατήστε το παρακάτω εικονίδιο:
† ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ (ΚΟΤΣΩΝΗΣ)
Ἡμερολόγιο Ἄρθρων