† ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ
|
ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ! |
|
Μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος Νικοδήμου, «Ἡ ἀκοίμητη φλόγα», α΄ έκδ. 1993 (Αθήνα: Εκδόσεις «ΣΠΟΡΑ»), σελ. 6, 12-15
Ἡ ἀκοίμητη φλόγα
...Μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά τήν ἱερωσύνη μας χωρίς δέος; Καί μποροῦμε ν’ ἀναλογιζόμαστε τό «χτές» καί τό «προχτές» τῆς ἱερατικῆς μας διακονίας δίχως οἱ σταγόνες τῶν δακρύων τῆς μετάνοιας νά λαμπυρίζουν στίς κόγχες τῶν ματιῶν μας;
Τέτοιο κλίμα καί τέτοια προοπτική ἐπιζητοῦν οἱ στοχασμοί, πού θά ἀκολουθήσουν.
Ὁ ὁμιλητής δέν ἔχει τήν πρόθεση νά κάνει μιά θεολογική διάλεξη. Οὔτε ἀποτολμάει νά ἀσκήσει ἔλεγχο στούς συλλειτουργούς του.
|
Βαθύτερη λαχτάρα του |
![]() |
Καί σ’ αὐτή τή στάση νά θαρρέψουμε ὅλοι μας νά ξεδιπλώσουμε τόν σύγχρονο ἱερατικό προβληματισμό μας.
1. Μετατόπιση ἀπ’ τήν Ἁγιοπνευματική ἀτμόσφαιρα τῆς Πεντηκοστῆς στή χαλαρότητα ἤ καί στήν άδράνεια τῆς συνήθειας.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος καί τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ συναγωγή τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ «ὁμοθυμαδόν ἐπί τό αὐτό» (Πράξ. β΄ 1) γιά νά δεχτοῦν τίς πύρινες γλῶσσες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
καί νά γίνουν «συγκοινωνοί τῆς ρίζης καί τῆς ποιότητος τῆς ἐλαίας» (Ρωμ. ια’ 17).
Ἡ κάθε πράξη, πού κάνει ἡ Ἐκκλησία, ἀπ’ τόν ἁπλό ἁγιασμό τοῦ νεροῦ ἴσαμε τήν Εὐχαριστιακή Σύναξη καί τήν ἀνάθεση τῆς παρακαταθήκης τῆς ἱερωσύνης στά ἐπιλεγμένα παιδιά της, ἀποτελεῖ ἐνεργοποίηση στόν «νῦν αἰῶνα» καί στή συγκεκριμένη σύναξη τῶν πιστῶν ὅλων τῶν δωρεῶν καί τῶν χαρισμάτων τῆς Πεντηκοστῆς.
Ἡ Ἐκκλησία περνάει μέσα ἀπ’ αὐτή τήν ἀνακαινιστική κι ἀναγεννητική φλόγα καί καθαρίζεται καί φωτίζεται και ἁγιάζεται. Στό συναγμένο πλῆθος τῶν σημερινῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ «κατέρχεται ὁ Παράκλητος ἐξ οὐρανοῦ, ὁ φρουρός καί ἁγιοποιός τῆς ἐκκλησίας, ὁ διοικητής τῶν ψυχῶν, ὁ κυβερνήτης τῶν χειμαζομένων, ὁ φωταγωγός τῶν πεπλανημένων καί ἀθλοθέτης τῶν ἀγωνιζομένων καί στεφανωτής τῶν νενικηκότων» (Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατηχήσεις, ΙΣΤ’, ιγ΄, Β.Ε.Π. 39, 222).
Ἀπ’ αὐτή τή δυναμική καί συγκλονιστική ἐμπειρία τῆς πύρινης παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μπορεῖ μιά τοπική Ἐκκλησία ἤ μιά συγκεκριμένη Εὐχαριστιακή Σύναξη νά πέσει στή χλιαρότητα καί στήν τυποποίηση τοῦ «διατεταγμένου καθήκοντος».
Ὁ ναός λειτουργεῖ, οἱ ἀκολουθίες γίνονται, τά παιδιά βαφτίζονται, οἱ ὥριμοι παντρεύονται, οἱ νεκροί κηδεύονται. Οἱ χοροί τῶν ψαλτῶν ψάλλουν μελωδικά, οἱ ἱερεῖς στολίζονται μέ βαρύτιμα ἄμφια, οἱ πολυέλαιοι λούζουν τόν χῶρο. Ἀλλά μέσα σ’ ὅλον αὐτό τόν λειτουργικό πλοῦτο οἱ ψυχές δέν θερμαίνονται καί δέν ἀναγεννιῶνται. Κάποιος ἤ κάποιοι εἶναι ὑπεύθυνοι γιά τή μετατόπιση τοῦ κέντρου βάρους ἀπ’ τήν ἀτμόσφαιρα τῆς Πεντηκοστῆς στήν τυποποίηση καί στή φαντασμαγορία τῆς τελετῆς.
Προσωπικά πιστεύω, πώς τό κύριο βάρος τῆς ἐνοχῆς βαρύνει τούς δικούς μας ἱερατικούς ὤμους.
Ὅταν ἐμεῖς, μέσα μας, δέ συγκλονιζόμαστε ἀπ’ τή Θεία Λειτουργία, ὅταν δέ βιώνουμε τήν κάθε λειτουργική μας πράξη σά μιά συνάντηση μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί σάν εἰσδοχή μέσα στά κατάβαθα τοῦ «εἶναι» μας τῆς θείας Χάριτος, πῶς θά βοηθήσουμε τούς πιστούς, τά παιδιά μας, τά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ νά γευτοῦν αὐτή τή μεθυστική ἐμπειρία;
Μεταφέρουμε στόν ἱερό χῶρο τοῦ Ἁγίου Θυσιαστηρίου τήν τυποποίηση καί τήν χλιαρότητα, τή ρουτίνα τῆς καθημερινότητας καί τήν πλαδαρότητα τῆς κοσμικῆς τελετουργίας. Δέ βάζουμε στά χείλη μας τόν Κρατήρα τῶν θείων χαρισμάτων καί δέ μεταγγίζουμε στούς πιστούς ἐκεῖνο, πού μετάδωσε ὁ ἀπόστολος Πέτρος τή μέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί συνέχισαν νά μεταδίνουν οἱ ἀπόστολοι στά μέλη τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
Ἡ ἀναγγελία, πού κάνει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπ’ τό κείμενο τῆς Ἀποκαλύψεως στόν ἐπίσκοπο τῆς Λαοδίκειας, ἔχει, μέ τήν ἔντασή του καί τόν ἐπιγραμματικό του χαρακτήρα, τήν ποιότητα τοῦ ἀφυπνιστικοῦ μηνύματος:
«Οἶδα σου τά ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρός εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρός ἦς ἤ ζεστός. οὕτως ὅτι χλιαρός εἶ, καί οὔτε ζεστός οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου. ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός ἐιμι καί πεπλούτηκα καί οὐδενός χρείαν ἔχω, -καί οὐκ οἶδας ὅτι σύ εἶ ὁ ταλαίπωρος καί ὁ ἐλεεινός καί πτωχός καί τυφλός καί γυμνός- συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ’ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρός ἵνα πλουτήσῃς καί ἱμάτια λευκά ἵνα περιβάλῃ καί μή φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καί κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τούς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς» (Ἀποκάλυψ. γ’ 15-18).
Τά κλειστά μάτια τοῦ ἱερουργοῦ, πού δέ βλέπουν καί δέν ἀπολαμβάνουν τήν ὑπερούσια πραγματικότητα, ἡ ἀπουσία τῶν λευκῶν ρούχων, δηλαδή τῆς ἐσωτερικῆς καθαρότητας κι ἡ ἔλλειψη τοῦ χρυσοῦ τοῦ καμμένου μέσα στή φωτιά τῶν ἀτίμητων χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κάνουν τόν λειτουργό χλιαρό καί ἄχρηστο καί τήν ἱερουργία του τυποποιημένη τελετουργία.
† ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ (ΚΟΤΣΩΝΗΣ)
Ἡμερολόγιο Ἄρθρων