† ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ
|
ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ! |
|
Καθυστερημένο ξύπνημα

Αφηγηματική παρουσίαση της παραβολής του άφρονος πλουσίου παρουσιάζεται στο κείμενο του μακαριστού αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Α' που ακολουθεί.
Με αυτήν, μας προτρέπει να ξυπνήσουμε από τον "ύπνο" μας πριν να είναι αργά και να δείξουμε έμπρακτα την αγάπη μας προς τους αδελφούς μας.
Τί φοβερό πράγμα θά εἶναι, νά μή ἔχη κανείς ἐκτιμήσει ἐγκαίρως τά πράγματα καθώς πρέπει καί γιά μιά στιγμή νά δῆ πώς ὅ,τι ἔκαμε τόσον καιρό πῆγαν χαμένα.
Μιά τέτοια περίπτωση εἶναι αὐτή πού μᾶς διηγεῖται ὁ Κύριος. Ἦταν, λέει, ἕνας ἄνθρωπος, πού μέ τήν πολλή του ἐργασία καί τήν ἀδιάκοπη φροντίδα του εἶχε ἀποκτήσει κτήματα πολλά.
Ἐργάσθηκε καί ὁ ἴδιος σκληρά, εἶναι ἀλήθεια. Ἀλλά, γιά νά μαζέψη ὅσα εἶχε, παράδωσε στ’ ἀλήθεια τήν ψυχή του στόν σατανᾶ. Ἔκαμε φτωχές χῆρες καί ὀρφανεμένα παιδιά νά μένουν μέσα στούς πέντε δρόμους καί τούς πῆρε καί αὐτό τό ξερό τό ψωμί ἀπ’ τό στόμα τους. Πολύτεκνους οἰκογενειάρχες τούς ἄφισε χωρίς σκέπασμα γιά νά σκεπάσουν τά παιδιά τους καί χωρίς λίγο φαΐ γιά νά χορτάσουν τήν πολυμελῆ οἰκογένειά τους. Ἀπό ἄπορες κόρες ἄρπαξε τή μοναδική τους προῖκα καί τίς στέρησε ἀπ’ τή χαρά νά κάνουν κι’ αὐτές τό σπιτικό τους. Ἀπ’ τούς ἀνθρώπους πού δούλευαν στό σπιτικό του καί στά χωράφια του ρουφοῦσε καί τό αἷμα τους. Μέ δάκρυα καί μέ αἷμα ἦταν ζυμωμένο τό χῶμα στά κτήματά του καί στά ὑποστατικά του.
Εἶχε ὅμως μαζέψει τόσα πολλά, πού καί αὐτός δέν ἤξερε τί εἶχε. Ἐπάνω σέ ὅλα αὐτά ἔτυχε καί ἡ χρονιά νά εἶναι ἐξαιρετικά εὐνοϊκή, τά γενήματα νά καρπίσουν πολύ, τά ζῶα του νά εἶναι καλογέννητα, τά δέντρα του νά πηγαίνουν νά σπάσουν ἀπό τούς καρπούς.
Θά περίμενε κανείς, μέσα στήν τόση πλημμύρα τῶν ἀγαθῶν, πώς αὐτήν τήν φορά θά μαλάκωνε λιγάκι καί ἡ ψυχή του καί θά ἤθελε νά δώση καί στούς ἄλλους λίγη χαρά. Θά ἔδινε στούς ἐργάτες του κάπως ἀνθρωπινότερο μεροκάματο. Θά ἔπερνε καί μερικούς ἀκόμη, ὥστε καί αὐτοί πού εἶχε νά μή κοπιάζουν τόσο πολύ, ἀλλά νά μπορέσουν καί μερικοί ἀκόμη νά κερδίσουν τίμια τό ψωμί τῶν παιδιῶν τους. Θά χάριζε καί ἀπό λίγο στάρι καί δημητριακά, μερικούς ξηρούς καρπούς καί λίγο λαδάκι σέ ὅσους ἀπ’ τούς δουλευτάδες του εἶχαν μεγάλη οἰκογένεια καί ἐργαζόταν στά κτήματά του ἐπί πολλά χρόνια. Τέλος, ὅτι ἀπό κάτι ἄμοιρους χρεῶστες του δέν θά ἐπέμενε νά πάρη πίσω τώρα ἀμέσως τά χρήματά του, ἀλλά θά τούς ἄφινε καί κάποιο περιθώριο ἀκόμα γιά νά τά ἐξοφλήσουν σιγά-σιγά, χωρίς στενοχώρια.
Ἀλλ’ αὐτός δέν σκέφθηκε τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά. Ὅπως πάντα ἔτσι καί τώρα, σκέφθηκε μόνο τόν ἑαυτό του. Ἐκεῖνο πού εἶχε ποθήσει, τόν ἄφθονο πλοῦτο, ἐπί τέλους τόν εἶχε ἀποκτήσει. Ἕνα μόνο τώρα τόν βασάνιζε: Πῶς θά τά ἐξασφαλίση ὅλα αὐτά τά ἀγαθά πού εἶχε ἀποκτήσει. Οἱ ἀποθῆκες του καί τά κελλάρια του ἦταν ἀδύνατο νά τά χωρέσουν. Ἔκανε ὑπολογισμούς καί ξανάκανε, ὅλοι ὅμως τοῦ ἔδειχναν, πώς ὁσοδήποτε καί ἄν ἤθελε νά τά στριμώξη τά πράγματα, ἦταν ἀδύνατο νά χωρέσουν.. Ἐκεῖ, λοιπόν, πού ἄγρυπνος ἔστιβε τό μυαλό του νά βρῆ τή λύση, ξεπετάχθηκε ἀπό τό κρεβάτι του χαρούμενος. Εἶχε βρῆ, ἐπί τέλους, τί θά ἔκανε. Εἶχε ὑπολογίσει τί θά στοίχιζαν αὐτά τά πράγματα πού θά ἔχανε, ἄν δέν ἦταν καλά κλειδωμένα καί φυλαγμένα, ὑπολόγισε καί τί θά τοῦ στοίχιζε ἄν ἔφτιαχνε καινούργιες, πολύ μεγαλύτερες ἀποθῆκες καί βρῆκε, ὅτι τοῦ ἦταν πιό συμφέρον νά κάμη τά καινούργια κτίρια. Ἄναψε ἀμέσως τό φῶς, ἔκαμε κάτι πρόχειρα σχέδια, σημείωσε σέ ποιό ἐργολάβο θά ἀνέθετε τή δουλειά, γιά νά μήν ἀργήση ἔγραψε ἀπό ποῦ θά ἀγόραζε τήν πέτρα, ποῦ θά ἐξασφάλιζε τή ξυλεία, κανόνισε μέ τό μυαλό του καί ὅλες τίς ἄλλες λεπτομέρειες, ἔσβυσε τό φῶς καί ἔπεσε εὐχαριστημένος στο κρεβάτι του. «Ἐπί τέλους» ἔλεγε μονολογώντας καί τρίβοντας μέ εὐχαρίστηση τά χέρια του, «Ψυχοῦλα μου ἔχεις τώρα πάμπολλα ἀγαθά, πού σοῦ φθάνουν ὄχι ἕνα ἀλλά γιά ἔτη πολλά. Φάγε, λοιπόν, καί πιές καί κάθισε νά εὐφρανθῆς. Διασκέδασε, ψυχοῦλα μου, διασκέδασε τώρα ὅσο μπορεῖς».
Δέν εἶχε καλοτελειώσει τό θριαμβευτικό του μονόλογο ὁ φίλος μας, καί ὁ Θεός κτύπησε τήν πόρτα τῆς ψυχῆς του. Θές ἀπ’ τίς πολλές ἀγωνίες, θές ἀπ’ τήν πολλή εὐχαρίστηση, ἡ καρδιά του τοῦ ἔδειχνε πώς δέν εἶναι δυνατόν νά βγάλη τήν νύκτα του. Ἄρχισε τό ψυχορράγημα. Ὁπότε τοῦ ἦλθε ἡ σκέψις: «Καί τώρα, ὅλ’ αὐτά πού ἑτοίμασα, γιά ὅλ’ αὐτά πού θυσιάστηκα καί παράδωσα καί τήν ἴδια μου τήν ψυχή, ποιός θά τά πάρη; Ἄχ, νά μποροῦσα νά ζήσω», ἔλεγε μέσα του, «Νά μποροῦσα νά ζήσω, θά γινόμουν ἄλλος ἄνθρωπος».
Ἦταν, ὅμως, πιά ἀργά. Εἶχε μάταια θυσιάσει τή ζωή του.
Ο ΠΑΤΗΡ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
* * *
Για να διαβάσετε τις σκέψεις του μακαριστού Ιερωνύμου, πατήστε το παρακάτω εικονίδιο:
† ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ (ΚΟΤΣΩΝΗΣ)
Ἡμερολόγιο Ἄρθρων